«Οι γιατροί γονείς μου είχαν πάντα τα ξένα παιδιά προτεραιότητα. Έχω κατάθλιψη και δε μπορώ να τους συγχωρέσω»

Τα παιδιά των γιατρών πιστεύουμε πως είναι προνομιούχα και με το παραμικρό σύμπτωμα που εκδηλώνεται, έχουν τους ειδικούς από πάνω τους για να δώσουν τη λύση. Ωστόσο, η μαρτυρία μιας κοπέλας δίνει μία διαφορετική οπτική.

«Πώς μπορεί να αισθάνεται ένα πεντάχρονο παιδάκι, όταν καίγεται στον πυρετό και βλέπει τη μητέρα του σχεδόν αδιάφορη, να του δίνει ένα αντιπυρετικό και να συνεχίζει τη δουλειά της; Πώς μπορεί να αισθάνεται ένα παιδάκι όταν ξυπνά μέσα στην άγρια νύχτα και πηγαίνει να κάνει εμετό μόνο του στην τουαλέτα και κανείς στο σπίτι δεν ανησυχεί γι΄αυτό, ούτε καν σηκώνεται από το κρεβάτι του;

Πάντα τα ξένα άρρωστα παιδιά είχαν προτεραιότητα

Αυτό το παιδάκι ήμουν εγώ που είχα την ατυχία να είμαι κόρη δύο γιατρών. Μίας παιδιάτρου και ενός παιδοχειρουργού, που σε όλη τους τη ζωή έτρεχαν για να φροντίσουν «ξένα» παιδάκια. Όπου και να πηγαίναμε, ό,τι και να κάναμε, πάντα θα μας διέκοπτε κάποιος ανήσυχος γονιός που έπαιρνε τηλέφωνο γιατί το παιδί του αρρώστησε. Θυμάμαι τη μητέρα μου να δίνει με τις ώρες οδηγίες για το πώς να συμπεριφερθεί ο γονιός στο άρρωστο παιδί του, θυμάμαι τον πατέρα μου να μας αφήνει στα κρύα του λουτρού για να τρέξει στο νοσοκομείο. Δεν κάναμε ποτέ ήρεμα γιορτές, ούτε διακοπές. Πάντα τα ξένα άρρωστα παιδιά είχαν προτεραιότητα. Γενικώς θυμάμαι τους γονείς μου πάντα να ανησυχούν γι΄αυτά. Για μένα δεν ανησύχησαν ποτέ, πράγμα λογικό στα μάτια των ενηλίκων, αλλά τόσο παράλογο στα μάτια τα δικά μου.

Μεγαλώνοντας άκουγα ιστορίες των φίλων μου για τις υπερβολικές αντιδράσεις των γονιών τους σε κάθε τους αρρώστια και ζήλευα. Ζήλευα γιατί εγώ αρρώσταινα πάντα μόνη μου. Δε θυμάμαι τους γονείς μου να μου επιτρέπουν ποτέ να κοιμηθώ μαζί τους όταν ψηνόμουν στον πυρετό ή όταν πονούσε αφόρητα ο λαιμός μου και το κεφάλι μου. Δε θυμάμαι να χουχούλιασα ποτέ στην αγκαλιά της μητέρας μου για να ηρεμήσω από τον βήχα. Οι φίλοι μου είχαν αυτό το προνόμιο, εγώ όχι. Εγώ ένιωθα πως τα περνάω όλα μόνη μου.

 

Δεν είδα το ανθρώπινό τους πρόσωπο απέναντί μου

Μεγαλώνοντας συνειδητοποίησα πως αυτό στοίχισε πολύ στη σχέση που έχτισα με τους γονείς μου. Ναι μεν τους είχα απόλυτη εμπιστοσύνη γιατί ήταν γιατροί, όμως, δεν πήρα ποτέ από αυτούς την τρυφερότητα που χρειαζόμουν στις ευάλωτες στιγμές μου. Δεν είδα το ανθρώπινό τους πρόσωπο απέναντί μου. Βίωσα μόνο την επιβολή άπειρων «πρέπει». «Πρέπει» να είσαι περήφανη για τους γονείς σου, «πρέπει» να είσαι η καλύτερη μαθήτρια, «πρέπει» να γίνεις κι εσύ γιατρός….

Στα 17 μου διαγνώστηκα με κατάθλιψη

Πάντως ξαφνικά τη χρονιά των πανελληνίων εξετάσεων έπαθα ένα break down και παρέλυσα. Δεν μπορούσα να λειτουργήσω, δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Με είχε καταβάλει ένα πέπλο θλίψης και όλα μου φαίνονταν μάταια…Δεν ξέρω αν η κατάθλιψη με την οποία διαγνώστηκα στα 17 μου χρόνια οφείλεται σ΄αυτήν την υπερβολική μου ευαισθησία.

Τελικά γιατρός δεν έγινα ποτέ. Δεν ήθελα. Σπούδασα πολιτικές επιστήμες και τώρα τελειώνω το διδακτορικό μου. Μέχρι σήμερα, στα 26 μου, παίρνω αντικαταθλιπτικά φάρμακα και κάνω συστηματικά ψυχανάλυση. Με τους γονείς μου διατηρώ τυπικές σχέσεις. Προσπαθώ ακόμη να τους συγχωρήσω…».

0 0 votes
Article Rating
Subscribe
Notify of
guest
0 Comments
Inline Feedbacks
Δες όλα τα σχόλια